γρατσούνισμα


γρατσούνισμα
[грацунизма] ουσ. Θ. царапина,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γρατσούνισμα" в других словарях:

  • γρατσούνισμα — και γρατζούνισμα, το γδάρσιμο τής επιδερμίδας με τα νύχια ή αιχμηρό όργανο, αμυχή …   Dictionary of Greek

  • άμυγμα — ἄμυγμα, το (Α) [ἀμύσσω] γρατσουνιά, γρατσούνισμα, νύχια, αμυχή …   Dictionary of Greek

  • αμυχή — η (Α ἀμυχή) επιπόλαιο τραύμα τού δέρματος, σχίσιμο, γρατσουνιά, γρατσούνισμα αρχ. 1. Ιατρ. εγχάραξη, εντομή 2. τραύμα, ίχνος από στραγγαλισμό 3. το ξέσχισμα τών ρούχων ως σημείο πένθους (πρβλ. ἄμυξις). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμύσσω. ΠΑΡ. αρχ. ἀμυχηδόν,… …   Dictionary of Greek

  • γρατσουνιά — και γρατζουνιά, η το γρατσούνισμα …   Dictionary of Greek

  • κατάξυσις — κατάξυσις, ἡ (Α) [καταξύω] ξύσιμο, χάραξη, γδάρσιμο, γρατσούνισμα, αμυχή …   Dictionary of Greek

  • κνησμός — ο (AM κνησμός) [κνω] ενοχλητικός ερεθισμός τού δέρματος ή τών βλεννογόνων, φαγούρα («ἀκαλήφη... κνησμὸν ποιεῑ», Αθήν.) αρχ. 1. αμυχή, γρατσούνισμα 2. ηδονικό ερέθισμα, γαργαλισμός 3. μτφ. ερεθισμός, διέγερση («ἅν δὲ πρὸς ἑταίραν... κνησμός τις ἐξ …   Dictionary of Greek

  • παστερέλλωση — η ιατρ. λοιμώδες νόσημα το οποίο προκαλείται από δάγκωμα ή γρατσούνισμα γάτας, σκύλου ή επίμυος και σπανιότερα από τσίμπημα αγκαθιού. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. pasteurellosis (< παστερέλλα* + osis)] …   Dictionary of Greek

  • αμυχή — η γρατσούνισμα, επιπόλαιο τραύμα στο δέρμα: Είχε μια αμυχή στο χέρι κι έτρεχε λίγο αίμα απ’ αυτήν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γρατζούνισμα — γρατζούνισμα, το και γρατσούνισμα, το η γρατζουνιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εκδορά — η 1. αφαίρεση του δέρματος, γδάρσιμο. 2. επιπόλαιο τραύμα της επιδερμίδας, ξέγδαρμα, γρατσούνισμα, αμυχή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)